Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε σε ένα περιβάλλον όπου το ακριβότερο ενεργειακό κόστος και η προοπτική διατήρησης υψηλών επιτοκίων εξακολουθούν να επιβαρύνουν την αγορά
Με έντονα αυξημένους ρυθμούς κινήθηκαν οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, καθώς οι υποχωρητικές τιμές του πολύτιμου μετάλλου δημιούργησαν ευκαιρίες για ενίσχυση των αποθεμάτων τους.
Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε σε ένα περιβάλλον όπου το ακριβότερο ενεργειακό κόστος και η προοπτική διατήρησης υψηλών επιτοκίων εξακολουθούν να επιβαρύνουν την αγορά.
Τα δεδομένα που έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού (World Gold Council – WGC) δείχνουν ότι οι καθαρές τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών έφτασαν τους 321 τόνους στο διάστημα Ιουλίου – Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για την ισχυρότερη επίδοση από το τέταρτο τρίμηνο του 2024.
Παρά το γεγονός ότι οι αγορές ξεκίνησαν με χαμηλότερη ένταση το 2026, η συνολική ποσότητα χρυσού που απέκτησαν οι νομισματικές αρχές από την αρχή της χρονιάς υπολογίζεται σε 675 τόνους, μέγεθος ελαφρώς υψηλότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η αγοραστική δραστηριότητα των κεντρικών τραπεζών αντισταθμίζει τις πιέσεις στον χρυσό
Η επιτάχυνση των τοποθετήσεων από τις κεντρικές τράπεζες αναδεικνύει τη βαρύτητα που εξακολουθούν να έχουν στη συνολική ζήτηση για το πολύτιμο μέταλλο, ακόμη και όταν η υπόλοιπη αγορά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα ισχυρή κινητικότητα.
Οι νομισματικές αρχές συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους παράγοντες που τροφοδότησαν την πολυετή ανοδική πορεία του χρυσού, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της με την κατάρριψη ιστορικού ρεκόρ τον Ιανουάριο.
Στη συνέχεια, όμως, το επενδυτικό περιβάλλον άλλαξε αισθητά.
Από την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου, η τιμή του χρυσού έχει υποχωρήσει κατά περίπου 25%. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, η οποία αναζωπύρωσε τις εκτιμήσεις για αυστηρότερη στάση από τις κεντρικές τράπεζες.
Η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί διαχρονικά αρνητικό παράγοντα για τον χρυσό, καθώς η κατοχή του δεν αποφέρει τόκους ούτε σταθερό εισόδημα. Αντίθετα, τίτλοι όπως τα κρατικά ομόλογα προσφέρουν τακτικές αποδόσεις, καθιστώντας τους περισσότερο ανταγωνιστικούς σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Η πτώση των τιμών και το δολάριο ενισχύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον
Η διόρθωση που σημειώθηκε στην αγορά χρυσού κατά το τρίτο τρίμηνο εκτιμάται ότι λειτούργησε ως κίνητρο για ορισμένες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες αξιοποίησαν τις χαμηλότερες τιμές προκειμένου να αυξήσουν τις αγορές τους.
Αυτή είναι η εκτίμηση του John Reade, ανώτερου στρατηγικού αναλυτή αγορών του World Gold Council.
Επιπλέον, η ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου ενδέχεται να ενίσχυσε την ελκυστικότητα του χρυσού για τις νομισματικές αρχές που θεωρούν πιθανή μια μακροπρόθεσμη αποδυνάμωση του αμερικανικού νομίσματος.
Ο Reade περιέγραψε το σκεπτικό πίσω από αυτή τη στρατηγική, εξηγώντας ότι μια κεντρική τράπεζα που έχει τοποθετήσει κεφάλαια σε βραχυπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και προβλέπει μελλοντική πτώση του δολαρίου μπορεί, όταν οι τίτλοι αυτοί λήξουν, να κατευθύνει ένα μέρος των διαθεσίμων της προς τον χρυσό.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, εφόσον μια νομισματική αρχή εκτιμά ότι το δολάριο θα χάσει μακροπρόθεσμα την αξία του και διαθέτει βραχυπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα που φτάνουν στη λήξη τους, μπορεί να αξιοποιήσει μέρος των κεφαλαίων που απελευθερώνονται για την απόκτηση χρυσού.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης των συναλλαγματικών διαθεσίμων και σταδιακής μείωσης της εξάρτησης από το αμερικανικό νόμισμα.
Κίνα και Πολωνία πρωταγωνιστούν στις αγορές – Πωλήσεις από τη Ρωσία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σχεδόν το 66% των συνολικών αγορών χρυσού που αποδίδονται στις κεντρικές τράπεζες δεν ανακοινώθηκε επισήμως από τις ίδιες τις χώρες.
Για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων ποσοτήτων, η συμβουλευτική εταιρεία Metals Focus εκπονεί εκτιμήσεις για λογαριασμό του World Gold Council, αξιοποιώντας δημοσιευμένα δεδομένα, εμπορικές στατιστικές και πληροφορίες που συλλέγει από την αγορά.
Ανάμεσα στις χώρες που γνωστοποίησαν επισήμως τις κινήσεις τους, η Κίνα κατέγραψε τις μεγαλύτερες αγορές κατά το τρίτο τρίμηνο, προσθέτοντας 63 τόνους στα εθνικά αποθέματά της.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Πολωνία, η οποία ενίσχυσε τα διαθέσιμά της με επιπλέον 41 τόνους χρυσού, συνεχίζοντας την πολιτική αύξησης των αποθεμάτων πολύτιμων μετάλλων.
Στον αντίποδα, η Ρωσία ήταν η μόνη μεγάλη οικονομία που εμφάνισε αρνητικό ισοζύγιο συναλλαγών στο συγκεκριμένο διάστημα, προχωρώντας σε καθαρές πωλήσεις 19 τόνων.
Ιστορικό ρεκόρ για τα ETF χρυσού, παρά την αβεβαιότητα στις αγορές
Η υποχώρηση των τιμών δεν περιόρισε σημαντικά το ενδιαφέρον των επενδυτών για τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETF) που έχουν ως υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο τον χρυσό.
Αντιθέτως, τα στοιχεία του World Gold Council καταγράφουν αύξηση κατά 211 τόνους στα αποθέματα των ETF που υποστηρίζονται από φυσικό χρυσό μέσα στο τρίτο τρίμηνο του 2026, με το συνολικό μέγεθός τους να αγγίζει νέο ιστορικό υψηλό.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκτυλίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να τροφοδοτεί τις υψηλές τιμές του πετρελαίου και να επηρεάζει τις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, παρά τις πιέσεις που δέχεται η τιμή του χρυσού εξαιτίας των μακροοικονομικών συνθηκών, οι τοποθετήσεις των θεσμικών επενδυτών και των κεντρικών τραπεζών εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά για την αγορά.
Κατρακύλα 17% στην κατανάλωση χρυσών κοσμημάτων
Εντελώς διαφορετική είναι η τάση που καταγράφεται στον τομέα των κοσμημάτων, όπου η ακρίβεια του πολύτιμου μετάλλου, σε συνδυασμό με τις φορολογικές παρεμβάσεις, έχει περιορίσει αισθητά την αγοραστική διάθεση.
Τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού δείχνουν ότι η παγκόσμια ζήτηση για χρυσά κοσμήματα μειώθηκε κατά 17% το τρίτο τρίμηνο, περιοριζόμενη στους 313 τόνους.
Η συγκεκριμένη ποσότητα αποτελεί τη χαμηλότερη επίδοση για τρίτο τρίμηνο από το 2000, όταν ξεκίνησε η σχετική καταγραφή του οργανισμού.
Οι φορολογικές μεταβολές στην Ινδία και την Κίνα, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα υψηλό κόστος αγοράς του χρυσού, ώθησαν τους καταναλωτές στην αναζήτηση φθηνότερων εναλλακτικών λύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, κερδίζουν έδαφος τα κοσμήματα μικρότερου βάρους και εκείνα με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε χρυσό, καθώς οι αγοραστές προσπαθούν να περιορίσουν τις δαπάνες τους.
Η παγκόσμια αγορά παρουσιάζει, επομένως, μια σαφή αντίθεση: οι κεντρικές τράπεζες και οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές εξακολουθούν να αυξάνουν την έκθεσή τους στο πολύτιμο μέταλλο, την ίδια στιγμή που η καταναλωτική ζήτηση για κοσμήματα καταγράφει σημαντική συρρίκνωση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αγορές των κεντρικών τραπεζών εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους βασικότερους πυλώνες στήριξης του χρυσού, με τις νομισματικές αρχές να συνεχίζουν να συσσωρεύουν αποθέματα παρά τη σημαντική διόρθωση των διεθνών τιμών.
www.bankingnews.gr
Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε σε ένα περιβάλλον όπου το ακριβότερο ενεργειακό κόστος και η προοπτική διατήρησης υψηλών επιτοκίων εξακολουθούν να επιβαρύνουν την αγορά.
Τα δεδομένα που έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού (World Gold Council – WGC) δείχνουν ότι οι καθαρές τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών έφτασαν τους 321 τόνους στο διάστημα Ιουλίου – Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για την ισχυρότερη επίδοση από το τέταρτο τρίμηνο του 2024.
Παρά το γεγονός ότι οι αγορές ξεκίνησαν με χαμηλότερη ένταση το 2026, η συνολική ποσότητα χρυσού που απέκτησαν οι νομισματικές αρχές από την αρχή της χρονιάς υπολογίζεται σε 675 τόνους, μέγεθος ελαφρώς υψηλότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η αγοραστική δραστηριότητα των κεντρικών τραπεζών αντισταθμίζει τις πιέσεις στον χρυσό
Η επιτάχυνση των τοποθετήσεων από τις κεντρικές τράπεζες αναδεικνύει τη βαρύτητα που εξακολουθούν να έχουν στη συνολική ζήτηση για το πολύτιμο μέταλλο, ακόμη και όταν η υπόλοιπη αγορά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα ισχυρή κινητικότητα.
Οι νομισματικές αρχές συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους παράγοντες που τροφοδότησαν την πολυετή ανοδική πορεία του χρυσού, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της με την κατάρριψη ιστορικού ρεκόρ τον Ιανουάριο.
Στη συνέχεια, όμως, το επενδυτικό περιβάλλον άλλαξε αισθητά.
Από την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου, η τιμή του χρυσού έχει υποχωρήσει κατά περίπου 25%. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, η οποία αναζωπύρωσε τις εκτιμήσεις για αυστηρότερη στάση από τις κεντρικές τράπεζες.
Η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί διαχρονικά αρνητικό παράγοντα για τον χρυσό, καθώς η κατοχή του δεν αποφέρει τόκους ούτε σταθερό εισόδημα. Αντίθετα, τίτλοι όπως τα κρατικά ομόλογα προσφέρουν τακτικές αποδόσεις, καθιστώντας τους περισσότερο ανταγωνιστικούς σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Η πτώση των τιμών και το δολάριο ενισχύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον
Η διόρθωση που σημειώθηκε στην αγορά χρυσού κατά το τρίτο τρίμηνο εκτιμάται ότι λειτούργησε ως κίνητρο για ορισμένες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες αξιοποίησαν τις χαμηλότερες τιμές προκειμένου να αυξήσουν τις αγορές τους.
Αυτή είναι η εκτίμηση του John Reade, ανώτερου στρατηγικού αναλυτή αγορών του World Gold Council.
Επιπλέον, η ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου ενδέχεται να ενίσχυσε την ελκυστικότητα του χρυσού για τις νομισματικές αρχές που θεωρούν πιθανή μια μακροπρόθεσμη αποδυνάμωση του αμερικανικού νομίσματος.
Ο Reade περιέγραψε το σκεπτικό πίσω από αυτή τη στρατηγική, εξηγώντας ότι μια κεντρική τράπεζα που έχει τοποθετήσει κεφάλαια σε βραχυπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και προβλέπει μελλοντική πτώση του δολαρίου μπορεί, όταν οι τίτλοι αυτοί λήξουν, να κατευθύνει ένα μέρος των διαθεσίμων της προς τον χρυσό.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, εφόσον μια νομισματική αρχή εκτιμά ότι το δολάριο θα χάσει μακροπρόθεσμα την αξία του και διαθέτει βραχυπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα που φτάνουν στη λήξη τους, μπορεί να αξιοποιήσει μέρος των κεφαλαίων που απελευθερώνονται για την απόκτηση χρυσού.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης των συναλλαγματικών διαθεσίμων και σταδιακής μείωσης της εξάρτησης από το αμερικανικό νόμισμα.
Κίνα και Πολωνία πρωταγωνιστούν στις αγορές – Πωλήσεις από τη Ρωσία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σχεδόν το 66% των συνολικών αγορών χρυσού που αποδίδονται στις κεντρικές τράπεζες δεν ανακοινώθηκε επισήμως από τις ίδιες τις χώρες.
Για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων ποσοτήτων, η συμβουλευτική εταιρεία Metals Focus εκπονεί εκτιμήσεις για λογαριασμό του World Gold Council, αξιοποιώντας δημοσιευμένα δεδομένα, εμπορικές στατιστικές και πληροφορίες που συλλέγει από την αγορά.
Ανάμεσα στις χώρες που γνωστοποίησαν επισήμως τις κινήσεις τους, η Κίνα κατέγραψε τις μεγαλύτερες αγορές κατά το τρίτο τρίμηνο, προσθέτοντας 63 τόνους στα εθνικά αποθέματά της.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Πολωνία, η οποία ενίσχυσε τα διαθέσιμά της με επιπλέον 41 τόνους χρυσού, συνεχίζοντας την πολιτική αύξησης των αποθεμάτων πολύτιμων μετάλλων.
Στον αντίποδα, η Ρωσία ήταν η μόνη μεγάλη οικονομία που εμφάνισε αρνητικό ισοζύγιο συναλλαγών στο συγκεκριμένο διάστημα, προχωρώντας σε καθαρές πωλήσεις 19 τόνων.
Ιστορικό ρεκόρ για τα ETF χρυσού, παρά την αβεβαιότητα στις αγορές
Η υποχώρηση των τιμών δεν περιόρισε σημαντικά το ενδιαφέρον των επενδυτών για τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETF) που έχουν ως υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο τον χρυσό.
Αντιθέτως, τα στοιχεία του World Gold Council καταγράφουν αύξηση κατά 211 τόνους στα αποθέματα των ETF που υποστηρίζονται από φυσικό χρυσό μέσα στο τρίτο τρίμηνο του 2026, με το συνολικό μέγεθός τους να αγγίζει νέο ιστορικό υψηλό.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκτυλίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να τροφοδοτεί τις υψηλές τιμές του πετρελαίου και να επηρεάζει τις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, παρά τις πιέσεις που δέχεται η τιμή του χρυσού εξαιτίας των μακροοικονομικών συνθηκών, οι τοποθετήσεις των θεσμικών επενδυτών και των κεντρικών τραπεζών εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά για την αγορά.
Κατρακύλα 17% στην κατανάλωση χρυσών κοσμημάτων
Εντελώς διαφορετική είναι η τάση που καταγράφεται στον τομέα των κοσμημάτων, όπου η ακρίβεια του πολύτιμου μετάλλου, σε συνδυασμό με τις φορολογικές παρεμβάσεις, έχει περιορίσει αισθητά την αγοραστική διάθεση.
Τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού δείχνουν ότι η παγκόσμια ζήτηση για χρυσά κοσμήματα μειώθηκε κατά 17% το τρίτο τρίμηνο, περιοριζόμενη στους 313 τόνους.
Η συγκεκριμένη ποσότητα αποτελεί τη χαμηλότερη επίδοση για τρίτο τρίμηνο από το 2000, όταν ξεκίνησε η σχετική καταγραφή του οργανισμού.
Οι φορολογικές μεταβολές στην Ινδία και την Κίνα, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα υψηλό κόστος αγοράς του χρυσού, ώθησαν τους καταναλωτές στην αναζήτηση φθηνότερων εναλλακτικών λύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, κερδίζουν έδαφος τα κοσμήματα μικρότερου βάρους και εκείνα με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε χρυσό, καθώς οι αγοραστές προσπαθούν να περιορίσουν τις δαπάνες τους.
Η παγκόσμια αγορά παρουσιάζει, επομένως, μια σαφή αντίθεση: οι κεντρικές τράπεζες και οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές εξακολουθούν να αυξάνουν την έκθεσή τους στο πολύτιμο μέταλλο, την ίδια στιγμή που η καταναλωτική ζήτηση για κοσμήματα καταγράφει σημαντική συρρίκνωση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αγορές των κεντρικών τραπεζών εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους βασικότερους πυλώνες στήριξης του χρυσού, με τις νομισματικές αρχές να συνεχίζουν να συσσωρεύουν αποθέματα παρά τη σημαντική διόρθωση των διεθνών τιμών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών